εύστοχος

εύστοχος
η , ο [ος , ον ] прям. , перен. меткий, точный;

εύστοχη βολή — точное попадание;

εύστοχη σφαίρα — меткая пуля;

εύστοχη παρατήρηση — меткое замечание


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "εύστοχος" в других словарях:

  • εὔστοχος — well aimed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύστοχος — η, ο (ΑΜ εὔστοχος, ον) 1. αυτός που χτυπάει τον στόχο του με επιτυχία («εὔστοχον ὅπλον») 2. ο ευφυής, ο έξυπνος 3. αυτός που συμπεραίνεται ή υπολογίζεται σωστά 4. το ουδ. ως ουσ. το εύστοχο(ν) η ευστοχία νεοελλ. αυτός που συντελεί σε επιτυχία, ο… …   Dictionary of Greek

  • εύστοχος — η, ο επίρρ. α αυτός που πετυχαίνει το στόχο, ακριβής, πετυχημένος: Εύστοχη απάντηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐστοχώτερον — εὔστοχος well aimed masc acc comp sg εὔστοχος well aimed neut nom/voc/acc comp sg εὔστοχος well aimed adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστοχωτάτω — εὔστοχος well aimed masc/neut nom/voc/acc superl dual εὔστοχος well aimed masc/neut gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστοχωτάτων — εὔστοχος well aimed fem gen superl pl εὔστοχος well aimed masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστοχώτατα — εὔστοχος well aimed adverbial superl εὔστοχος well aimed neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστοχώτατον — εὔστοχος well aimed masc acc superl sg εὔστοχος well aimed neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστόχω — εὔστοχος well aimed masc/fem/neut nom/voc/acc dual εὔστοχος well aimed masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστόχως — εὔστοχος well aimed adverbial εὔστοχος well aimed masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔστοχον — εὔστοχος well aimed masc/fem acc sg εὔστοχος well aimed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»